Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Αργυρουπόλεως

2 Μαρτίου
Άνθρωποι σαν τον άγιο παπα-Νικόλα είναι οι φορείς της ζωντανής ορθόδοξης παράδοσης στο διάβα των αιώνων. Αυτοί, που σαν το αλάτι συντηρούν και ομορφαίνουν τον κόσμο μας.
Ο άγιος Νικόλαος ο Πλανάς γεννήθηκε στη Νάξο το 1851 από τον Ιωάννη Πλανά και την Αυγουστίνα Μελισσουργού. Ο παπα-Νικόλας Πλανάς ήταν άνθρωπος άκακος, απονήρευτος και με βαθιά ταπείνωση. Το ψωμί που του έδινε η μητέρα του το μοιραζόταν με τα άλλα παιδιά του χωριού του και πολλές φορές είχε δώσει και τα ρούχα του ακόμα στα φτωχά παιδιά. Ο προγνώστης Θεός τον προίκισε με το προορατικό χάρισμα, ενώ ήταν ακόμα μικρό παιδί. Με τη μεγάλη απλότητα που τον διέκρινε, διηγούνταν: «Μια βραδιά χειμωνιάτικη, που καθόμασταν στο τζάκι, είπα στον πατέρα μου: “Πατέρα, αυτή τη στιγμή εβυθίσθη το καΐκι μας, το «Ευαγγελίστρια», έξω από την Πόλη”. Έντρομος ο πατέρας μας λέγει στη μητέρα μου: “Γυναίκα, τι λέγει το παιδί;”. Και όντως, εκείνη τη στιγμή επνίγη το καΐκι μας…». Και, για να αποφύγει τον θαυμασμό των άλλων, αλλά και τον πειρασμό της υπερηφάνειας, έλεγε ότι «όλα τα παιδιά είναι προορατικά».
Δεκατεσσάρων ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και στα δεκαεπτά νυμφεύθηκε στην Αθήνα όπου μετακόμισε (τη δεκαετία 1870-1880) με τη μητέρα και τα αδέλφια του από τη γενέτειρά του, τη Νάξο. Παντρεύτηκε την Ελένη Προβελεγγίου από τα Κύθηρα και στα 1880 απέκτησε ένα παιδί, τον Ιωάννη. Η σύζυγός του πέθανε σε νεαρή ηλικία. Ήδη από τις 22 Ιουλίου 1879 είχε χειροτονηθεί διάκονος και το 1884 πρεσβύτερος. Φάνηκε πως ήταν άγιος, χωρίς να συντελέσει σ’ αυτό μήτε κανένας θόρυβος γι’ αυτόν, μήτε κανένα εγκώμιο ειπωμένο από κάποιον επίσημο άνθρωπο. Στην πολυθόρυβη πόλη και μέσα σε τόσες φροντίδες, αφού ήταν πατέρας και μητέρα μαζί για το παιδί του και παράλληλα πνευματικός πατέρας για τους ενορίτες του, έζησε βίο αληθινού ασκητή με νίψη, προσευχή και λατρευτική ζωή.
Τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες για την αγιότητα του παπα-Νικόλα τις έχουμε από τον σύγχρονό του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης ήταν ψάλτης του στο εκκλησάκι του αγίου Ελισσαίου κοντά στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Έψελνε στους εσπερινούς και τους όρθρους, στις λειτουργίες και τις ολονυκτίες που τελούσε με κατάνυξη αλλά και μεγαλοπρέπεια ο παπα-Νικόλας. Και μπόρεσε να διεισδύσει στο βάθος της αγιασμένης αυτής ύπαρξης και να αντιληφθεί το πλήθος των χαρισμάτων της, τα οποία ήταν επιμελώς κρυμμένα κάτω από το κέλυφος της απλότητας και της ταπείνωσης, γιατί ήταν και εκείνος ενταγμένος στην ίδια προοπτική, ήταν δηλαδή φορέας της ορθόδοξης παράδοσης. Τον ονομάζει «άξιο λειτουργό του Υψίστου» και τον αντιπαραβάλλει με τους «επαγγελματικούς ιερείς», όπως τους αποκαλεί, και συνεχίζει: «Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων… Είναι αξιαγάπητος, είναι απλοϊκός και ενάρετος, είναι άξιος του πρώτου μακαρισμού του Σωτήρος». Γράφει για τον παπα-Νικόλα ο Παπαδιαμάντης: «Υπάρχουν ακόμη πολλοί ενάρετοι και αγαθοί εις τας πόλεις και εις τα χωριά. Είναι τύποι λαϊκοί, ωφέλιμοι, σεβάσμιοι. Ας μη εκφωνούσι λόγους. Ηξεύρουσιν αυτοί άλλον τρόπο πώς να διδάσκωσι το ποίμνιον. Γνωρίζω έναν ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων».
Στάθηκε ο πιο ταπεινός από τους ταπεινούς. Ήταν εφημέριος στον ιερό ναό του αγίου Παντελεήμονος και του αγίου Ιωάννου Βουλιαγμένης, όπου μετετέθη, και γι’ αυτό έκλαιγε. Ο ίδιος ο άγιος Παντελεήμων εμφανίστηκε συνοδοιπόρος του και τον παρηγόρησε.
Ήταν, όπως όλοι οι Άγιοι, αφιλοχρήματος και ελεήμων. «Περνούσε πολύ χρήμα από τα χέρια του, αλλά αμέσως διοχετευόταν στην ελεημοσύνη. Ως και νεαρούς διάκους βοηθούσε να σπουδάσουν. Πολλές φορές δεν είχε ούτε μια πεντάρα πάνω του. Χωρίς να το προσέξει, κάποτε πήρε ένα αμάξι να τον πάει σε κάποιο σπίτι. Όταν έφτασαν και θέλησε να πληρώσει… κοιτάζει για λεπτά, ξανακοιτάζει, τίποτα. Βρέθηκε σε αμηχανία. Του λέγει ο αμαξάς:
– Δεν είσαι συ ο εφημέριος του αγίου Ιωάννου, ο παπα-Νικόλας;
– Ναι, παιδί μου, εγώ είμαι.
– Ε, δε θέλω λεπτά, μόνον την ευχή σου!
Σε μια άλλη περίπτωση, κάποιος, που του διάβασε κάποτε Παράκληση, του έδωσε ως πληρωμή κάποιο σεβαστό ποσό μέσα σε κλειστό φάκελο. Αυτός, καθώς πήρε τον φάκελο, τον έδωσε αμέσως κλειστό σε μια φτωχή που τον περίμενε πότε να τελειώσει την Παράκληση. Ο άνθρωπος που του τον έδωσε άναψε από στενοχώρια. Μα τον ευλογημένον, έλεγε. Να μην κοιτάξει καν τι του έδωσα;
Έδειχνε μεγάλη υπομονή στους πειρασμούς και τις δοκιμασίες και αφάνταστη ψυχραιμία. Έλεγε κάποτε ο ίδιος συμβουλεύοντας μια πνευματική του κόρη: «Εγώ, παιδί μου, με την υπομονή τα έβγαλα πέρα τα τόσα σκάνταλα που μου παρουσιαζόντουσαν.»
Μεγάλη σημασία έδινε στην προσοχή και τη συγκέντρωση του νου κατά τη διάρκεια της προσευχής και της λατρείας. Στις διδασκαλίες του προς τα πνευματικά του παιδιά τόνιζε πολύ το σημείο αυτό. Μάλιστα, όταν έβγαινε να θυμιάσει κατά τη διάρκεια του Όρθρου, πολλές φορές τον είδαν να θυμιάζει άδεια στασίδια, ενώ αντίθετα δε θύμιαζε κάποιους από τους παρισταμένους. Με το πνευματικό του χάρισμα διέκρινε ότι κάποιοι από τους παρόντες σωματικά ήταν ουσιαστικά απόντες, αφού ο νους τους ήταν σκορπισμένος και τριγυρνούσε έξω εδώ κι εκεί, ενώ κάποιοι που απουσίαζαν λόγω ασθένειας ή για άλλους λόγους ανώτερους της θελήσεώς τους ήταν νοερά παρόντες και προσεύχονταν την ώρα εκείνη.
Λειτουργούσε συχνά και μνημόνευε στην Αγία Πρόθεση πάρα πολλά ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Αξιώθηκε να ακούσει ψαλμωδίες αγγέλων. Κοιμήθηκε οσιακά στις 2 Μαρτίου 1932 και αγιοκατατάχθηκε το 1992.
Ἀπολυτίκιον
Tὰς τοῦ πλάνου ἐκφυγῶν, ἱερώτατε, ἀπλανῶς ἐκπορεύθης διὰ βίου, πατὴρ ἡμῶν Νικόλαε ἀοίδημε Πλανᾶ, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν, ἀγρυπνίαις καὶ νηστείαις, ἱερουργῶν ὁσίως τῷ Κυρίῳ σου. Ὅνπερ καθικετεύων ἐκτενῶς, ἄξιον ἱεράτευμμα, πρέσβευε δωρηθῆναι καὶ ἡμῖν τὸ θεῖον ἔλεος.
Ολυμπίας 28, Αργυρούπολη 164 51
Τηλέφωνο: (+30) 2109910280
[Παρασκευή με Κυριακή | 6:00 ΜΜ – 9:00 ΜΜ]
Copyrights © 2024 - 2026 • Ιερός Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Αργυρουπόλεως
Απαγορεύεται ρητά οποιαδήποτε αντιγραφή, τροποποίηση ή αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας.
Ολυμπίας 28, Αργυρούπολη 164 51
Τηλέφωνο: (+30) 2109910280
[Παρασκευή με Κυριακή | 6:00 ΜΜ – 9:00 ΜΜ]
