Η Αντωνίνα, με θαυμαστή σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη, αφοσιώθηκε στην ορθή πίστη, αρνούμενη τις εγκόσμιες απολαύσεις και ανέσεις. Για τον λόγο αυτό συνελήφθη από τον Φήστο, ηγεμόνα της κωμόπολης Καρδάμου και δέχτηκε απειλές, προκειμένου να αλλαξοπιστήσει. Η Αντωνίνα ακλόνητη συνέχισε να ομολογεί τον Κύριο, παρότι γνώριζε τον μαρτυρικό δρόμο, που θα διένυε. Την έκλεισαν σε πορνείο, κι εκείνη προσευχόταν νηστική επί τρεις ημέρες. Τη νύχτα άνοιξαν οι θύρες του οικήματος και ακούστηκε φωνή από τον ουρανό, που τη συμβούλευε να ζητήσει τροφή, για να φάει. Έτσι ξαναπαρουσιάστηκε στον ηγεμόνα, με άκαμπτο φρόνημα, που τον εξόργισε, όμως, περισσότερο και η Αντωνίνα υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει το μένος του. Αφού την χτύπησαν με ξύλινα σπαθιά, την ξαναέριξαν στο πορνείο, από όπου όμως την έσωσε ο Αλέξανδρος παραπλανώντας όσους βρίσκονταν εκεί. Όταν αποκαλύφθηκε η πράξη του, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον Φήστο, ο οποίος διέταξε να βασανίσουν και τους δύο. Οι δήμιοι τους έκαψαν τα άκρα, τους περιέχυσαν με υγρή πίσσα και τους έριξαν σε πυρακτωμένο λάκκο. Εκεί παρέδωσαν την αγνή τους ψυχή στον Κύριο.