Ξεσκίστηκαν οι σάρκες τους και πέθαναν βαπτισμένοι στο αίμα τους κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού. Υπηρετούσαν και οι δύο στα φιλανθρωπικά έργα της Εκκλησίας και ανήκαν στο σώμα εκείνο, το οποίο ανίχνευε τις νύχτες και έβρισκε σώματα μαρτύρων που είχαν ριχτεί στις χαράδρες. Κατόπιν, τα μετέφεραν και τα παρέδιδαν για ενταφιασμό. Κάποια στιγμή τους ανακάλυψαν, τους συνέλαβαν και τους εκβίαζαν να αρνηθούν την πίστη τους. Εκείνοι, όμως, έμειναν πιστοί στην ομολογία τους και η τιμωρία τους ήταν να τους δέσουν σε ατίθασα άλογα, τα οποία τους έσυραν με σφοδρό καλπασμό μέσα σε αγκάθια και πέτρες. Τα άλογα δε σταμάτησαν, παρά μόνο όταν κουράστηκαν από τον δρόμο, ενώ τα σώματα των μαρτύρων βρέθηκαν διαμελισμένα.